Αρχική - Home arrow Ενημερωτικό Blog

ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΚΠΟΛΔ- Π.Δ. ΓΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

Share via email, networking sites and bookmark using any service!

 

ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΑ  ΕΠΙΚΑΙΡΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

 

Ν. 3772/14-7-2009

 Αρθρο 35

 1. Τα τρία πρώτα εδάφια της παραγράφου 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989[1],

όπως ισχύουν, αντικαθίστανται ως εξής:

 "3. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως όταν το ποσό της διαφοράς

που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα

χιλιάδες (40.000) ευρώ. Ειδικώς στις διαφορές από διοικητικές συμβάσεις το

όριο αυτό ορίζεται σε διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ. Τα ποσά αυτά μπορεί

να αναπροσαρμόζονται με διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού

Δικαιοσύνης μετά από γνώμη της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Κατ' εξαίρεση, ασκείται παραδεκτώς αίτηση αναιρέσεως με αντικείμενο κατώτερο

από τα ανωτέρω ποσά, όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους

ισχυρισμούς που περιέχονται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ότι: α) η

επίλυση της διαφοράς έχει γι' αυτόν ευρύτερες οικονομικές ή δημοσιονομικές

επιπτώσεις που δικαιολογούν την άσκηση της αίτησης, β) με αυτήν τίθεται

σπουδαίο νομικό ζήτημα ή υφίσταται αντίθεση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως

προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανώτατου

δικαστηρίου ή προς άλλες αποφάσεις διοικητικών δικαστηρίων."

 

 2.           Η παράγραφος 4 του ίδιου άρθρου αντικαθίσταται ως εξής:

 

 "4. Η παράγραφος 3 δεν έχει εφαρμογή επί αιτήσεων αναιρέσεως κατά αποφάσεων

που εκδίδονται επί προσφυγών ουσίας, εφόσον αφορούν περιοδικές παροχές ή

αφορούν στη θεμελίωση του δικαιώματος σε σύνταξη ή στη θεμελίωση του

δικαιώματος σε εφάπαξ παροχή και τον καθορισμό του ύψους της. Προκειμένου

περί διαφορών, που δεν έχουν χρηματικό αντικείμενο, η άσκηση αίτησης

αναιρέσεως επιτρέπεται εφόσον με αυτήν τίθεται σπουδαίο νομικό ζήτημα ή

υφίσταται αντίθεση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προς τη νομολογία του

Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου ή προς άλλες

αποφάσεις διοικητικών δικαστηρίων."

 

 3.           Οι διατάξεις αυτού του άρθρου δεν καταλαμβάνουν τις εκκρεμείς κατά την

έναρξη ισχύος του παρόντος υποθέσεις.

Αρθρο 50

 1.           Η παράγραφος 1 του άρθρου 495[2] του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

αντικαθίσταται ως εξής:

 "Ασκηση 1. Τα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης, της

αναψηλάφησης και της αναίρεσης ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στο

πρωτότυπο στη γραμματεία του δικαστηρίου, που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη

απόφαση, ή στον γραμματέα του ειρηνοδικείου στην περιφέρεια του οποίου

κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος."

 

 2.           Η προθεσμία της παραγράφου 6 του άρθρου 10 του ν.δ. 3082/1954 [3](ΦΕΚ 257

Α) παρατείνεται μέχρι 31.12.2010.



[1]

                               Αρθρο 53

 

           (άρθρα 53 Ν.Δ. 170/1973, 4 παρ. 2.3 Ν.1470/1984)

 

                               Παραδεκτό

 

 

  "3.  "Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως όταν το ποσό της

διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι

κατώτερο από δύο εκατομμύρια (2.000.000) δραχμές".

 

Το ποσό αυτό μπορεί να αναπροσαρμόζεται

με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού

Δικαιοσύνης, μετά από γνώμη της Ολομέλειας του Συμβουλίου της

Επικρατείας. Κατ` εξαίρεση ασκείται παραδεκτώς αίτηση αναιρέσεως με

αντικείμενο κατώτερο από το παραπάνω ποσό, όταν με το εισαγωγικό

δικόγραφο προβάλλεται από το διάδικο ότι η επίλυση της διαφοράς έχει

γι` αυτόν ευρύτερες οικονομικές ή δημοσιονομικές επιπτώσεις που

δικαιολογούν την άσκηση της αίτησης. Προκειμένου για διαφορές από

ασφαλιστικές εισφορές, φόρους, δασμούς, τέλη και συναφή δικαιώματα,

πρόστιμα και λοιπές κυρώσεις, ως ποσό της διαφοράς νοείται το ποσό

εισφοράς, φόρου κ.λπ. χωρίς προσαυξήσεις και πρόσθετους φόρους που

αμφισβητείται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Οι διατάξεις των

προηγούμενων εδαφίων έχουν εφαρμογή και όταν το ένδικο μέσο που

ασκήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους.

Οταν η αίτηση αναιρέσεως ασκείται από τον ιδιώτη διάδικο, η αρμόδια

κατά περίπτωση αρχή ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υποβάλλουν στο

Συμβούλιο της Επικρατείας, με μέριμνα της Γραμματείας του Δικαστηρίου,

σημείωμα για το παραπάνω ποσό της διαφοράς. Οταν η αίτηση αναιρέσεως

ασκείται από το διάδικο διοικητική αρχή ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου

δικαίου ή από τον προϊστάμενο τους Υπουργό, το εν λόγω σημείωμα

συνυποβάλλεται με την κατάθεση του δικογράφου της αίτησης αναιρέσεως."

 

 

 *** Η παρ.3,που είχε αντικατασταθεί από την παρ.11 άρθρ.12

     Ν.2298/1995 (Α 62), αντικαταστάθηκε και πάλι ως άνω

     με το άρθρ.36 Ν.2721/1999,ΦΕΚ Α 112/3.6.1999.

 

 *** Η πρώτη περίοδος της παρ.3 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 5

     Ν.2944/2001,ΦΕΚ Α 222/8.10.2001.Με το άρθρο 10 του αυτού νόμου

     ορίζεται ότι:

   " 1. Οι διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5 και 8 του παρόντος καταλαμβάνουν

και τις εκκρεμείς υποθέσεις..

    2. Αιτήσεις ακυρώσεως και υπαλληλικές προσφυγές που έχουν ασκηθεί

ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας μέχρι την έναρξη ισχύος του

παρόντος νόμου αλλά δεν έχουν συζητηθεί, διαβιβάζονται στο κατά τόπο

αρμόδιο διοικητικό εφετείο με πράξη του Προέδρου του οικείου δικαστικού

σχηματισμού.

  3. Επί αιτήσεων αναιρέσεως με αντικείμενο της διαφοράς κατώτερο. από

δύο εκατομμύρια (2.000.000) δραχμές, που έχουν ασκηθεί ενώπιον του

Συμβουλίου της Επικρατείας μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου

αλλά δεν έχουν συζητηθεί, εφαρμόζονται αναλόγως τα οριζόμενα στις

παραγράφους 6 έως 8 του άρθρου 12 του ν. 2298/1995 (ΦΕΚ 62 Α). Ο

αναιρεσείων μπορεί, μέσα σε προθεσμία ενενήντα (90) ημερών από την

έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, να προβάλει με υπόμνημα ότι η επίλυση

της εκκρεμούς διαφοράς έχει γι` αυτόν ευρύτερες οικονομικές ή

δημοσιονομικές επιπτώσεις, που δικαιολογούν τη συνέχιση της δίκης. Στην

περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται υποχρεωτικά για συζήτηση ενώπιον του

αρμόδιου δικαστικού σχηματισμού, ο οποίος και αποφαίνεται αν συντρέχει

ή όχι περίπτωση να καταργηθεί η δίκη".

                                    

 

"4. Η παράγραφος 3 δεν έχει εφαρμογή επί αιτήσεων αναιρέσεως κατά

αποφάσεων που εκδίδονται κατ` έφεση επί προσφυγών ουσίας, εφόσον

αφορούν περιοδικές παροχές."

 

 *** Η παρ.4 προστέθηκε με το άρθρ.36 Ν.2721/1999,ΦΕΚ Α 112/3.6.1999,

*** ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Το άρθρο 33 Ν.2721/1999, με το οποίο επήλθαν οι

     ανωτέρω τροποποιήσεις,καταλαμβάνει και τις εκκρεμμείς

     υποθέσεις και ισχύει από 16.9.1999 (άρθρ.52 Ν721/1999).       

 

    «5. Μετά την πάροδο της κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου

προθεσμίας ο αρμόδιος Υπουργός, ο Υ πουργός που εποπτεύει το διάδικο

νομικό πρόσωπο ή ο Γενικός Επίτροπος των τακτικών διοικητικών

δικαστηρίων μπορούν να ασκήσουν αίτηση αναιρέσεως κατά τελεσίδι κης

απόφασης διοικητικού δικαστηρίου, ακόμη και αν αυτή δεν υπόκειται σε

αναίρεση, αλλά μόνο υπέρ του νόμου, χωρίς αποτέλεσμα μεταξύ των

διαδίκων. Επίσης μπορούν να ασκήσουν αίτηση αναιρέσεως υπέρ του νόμου

κατά α πόφασης που εκδίδεται επί αιτήσεως για παροχή προσωρινής

δικαστικής προστασίας. Οι αιτήσεις αναιρέσεως υ πέρ του νόμου ασκούνται

σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 19».

 

   *** Η παρ.5 προστέθηκε με την παρ.7 άρθρ.14  Ν.3038/2002,

       ΦΕΚ Α 180/7.8.2002.

 

                                                    

 

 


 

Αρχή φόρμας

Τέλος φόρμας

 

 

[2] 1. Τα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης, της αναψηλάφησης και της αναίρεσης ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στο πρωτότυπο στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση.

 

[3]

 

    

                              Αρθρον 10.

 

       1. `Εκαστος των Συμβολαιογράφων του Κράτους υποχρεούται όπως εις

 το  τέλος  εκάστου  τριμήνου  αποστέλλη  επί  αποδείξει εις το υπό του

 Προϊσταμένου του Πρωτοδικείου Αθηνών οριζόμενον  Γραμματέα  Πρωτοδικών

 κατάστασιν  εμφαίνουσαν τας κατά το τρίμηνον τούτο συνταγείσας ενώπιόν

 του δημοσίας διαθήκας ή κατατεθείσας εις αυτόν ιδιογράφους ή  μυστικάς

 τοιαύτας.  Εν  τη  καταστάσει ταύτη θα αναγράφηται το επώνυμον, όνομα,

 όνομα πατρός και επάγγελμα, ο  τόπος  γεννήσεως  και  η  κατοικία  του

 διαθέτου  ως  και  ο  αριθμός  της  πράξεως της διαθήκης. Ο Γραμματεύς

 Πρωτοδικών παραλαμβάνων την κατάστασιν ταύτην υποχρεούται αμελλητί  να

 καταχωρίζη  εις  επί  τούτω  αλφαβητικόν ευρετήριον άπαντα τα εξ αυτής

 στοιχεία.

 

        2.   Την   αυτήν   υποχρέωσιν   αποστολής   έχουσι    και    οι

 Συμβολαιογραφούντες Πρόξενοι, Ειρηνοδίκαι και Γραμματείς αυτών.

 

        3. " `Απαντες οι συμβολαιογράφοι, προξενικοί υπάλληλοι,       

 συμβολαιογραφούντες Ειρηνοδίκαι και Γραμματείς, υποχρεούνται όπως    

 εντός εξ μηνών από  της  δημοσιεύσεως  του  παρόντος  αποστέλλωσι

 κατάστασιν συντασσομένην κατά τα εν τη προηγουμένη παραγράφω οριζόμενα

 και  περιλαμβάνουσαν, τας από του έτους 1890 και εντεύθεν συνταχθείσας

 ή κατατεθειμένας παρ` αυτοίς ή εις τα παρ` αυτών κατεχόμενα αρχεία, μη

 δημοσιευθείσας εισέτι, διαθήκας ".

 

     ***Η παράγραφος 3 αντικατεστάθη ως άνω διά του άρθρου 1 παρ. 1

                   του Ν. 3493/1956 (Α 145).

 

        4.  Η  παράβασις  των  εν  ταις  άνω  παραγράφοις   υποχρεώσεων

 συνεπάγεται  πειθαρχικήν  δίωξιν δυναμένην να επισύρη ποινήν προστίμου

     μέχρι δραχμών δύο χιλιάδων και εν υποτροπή την προσωρινήν επί  δίμηνον

 τουλάχιστον απόλυσιν.

 

        5. Το κατά την παρ.   1  του  παρόντος  ευρετήριον  θα  τηρήται

 μυστικόν υπ` ευθύνην του Γραμματέως Πρωτοδικών, οιοσδήποτε δε θέλων να

 πληροφορηθή  αν  συνετάγη  διαθήκη  τινός υποχρεούται όπως υποβάλη εις

 τούτον σχετικήν  αίτησιν  εν  η  θα  επισυνάπτηται  ληξιαρχική  πράξις

 θανάτου  του  ούτινος  ζητείται  να  βεβαιωθή η ύπαρξις ή ου διαθήκης,

 οπότε και μόνον ο Γραμματεύς Πρωτοδικών υποχρεούται να εκδώση έγγραφον

 βεβαίωσιν περί της υπάρξεως ή μη διαθήκης και εν καταφατική περιπτώσει

 ν` αναφέρη εν αυτή το όνομα του Συμβολαιογράφου ή  Συμβολαιογραφούντος

 Προξένου,  Ειρηνοδίκου ή Γραμματέως ενώπιον του οποίου συνετάγη ή παρ`

 ω κατετέθη, την έδραν αυτού και τον αριθμόν πράξεως.

 

        6.  Μετά εξ μήνας από της ισχύος του παρόντος είναι απαράδεκτος

 η  αίτησις  ενώπιον  οιουδήποτε  αρμοδίου  Δικαστηρίου  προς   έκδοσιν

 κληρονομητηρίου,  η  εγχείρισις  προς  τους  Οικον.   Εφόρους δηλώσεως

 κληρονομίας και η αίτησις μεταγραφής δηλώσεως αποδοχής κληρονομίας εφ`

 όσον μεταξύ των άλλων κατά  νόμον  πιστοποιήσεων  δεν  προσάγεται  και

 βεβαίωσις  του  κατά τ` ανωτέρω Γραμματέως Πρωτοδικών, περί  υπάρξεως

 ή μη διαθήκης.         

 

    ***ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ Με το ΠΔ 50/1999, ΦΕΚ Α 52, ορίζεται ότι:

  1. Η προθεσμία της παραγράφου 6 του άρθρου 10 του με αριθμό 3082/1954

 Νομοθετικού Διατάγματος που έχει παραταθεί με το Προεδρικό Διάταγμα

 66/1998 (Α`/68) μέχρι την 31 Μαρτίου 1999 παρατείνεται για δύο (2)

 ακόμη έτη από τη λήξη της, δηλαδή μέχρι 31 Μαρτίου 2001.

  2. Η ισχύς του παρόντος Διατάγματος αρχίζει από 1 Απριλίου 1999".

 

       ***ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ Με το ΠΔ 95/2001, ΦΕΚ Α 88, ορίζεται ότι:

   "Η προθεσμία της παραγράφου 6 του άρθρου 10 του με αριθμό 3082/1954

   Νομοθετικού Διατάγματος που έχει παραταθεί με το, με αριθμό 50,

   Προεδρικό Διάταγμα (ΦΕΚ 52/18.3.1999 τ.Α) μέχρι την 31 Μαρτίου 2001

   παρατείνεται μέχρι την 31 Δεκεμβρίου 2001".

 

 

   ***ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Με το ΠΔ 396/2001,ΦΕΚ Α 278/11.12.2001,

    η προθεσμία της παραγράφου 6 του άρθρου 10  παρατάθηκε

    για ένα ακόμη  έτος δηλαδή μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2002.

 

 

 ***ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ:Με το ΠΔ 384/2002,ΦΕΚ Α 332/30.12.2002 ορίζεται ότι:       

 "Η προθεσμία της παραγράφου 6 του άρθρου 10 του Νομοθετικού Διατάγματος

 3082/1954 που έχει παραταθεί με το Προεδρικό Διάταγμα 396/2001 (ΦΕΚ

 278/11.12.2001 τ.Α`) μέχρι την 31 Δεκεμβρίου 2002 παρατείνεται για ένα

 (1) ακόμα έτος από τη λήξη της, δηλαδή μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2003".

 

 ***ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ:Με το  Π.Δ.343/2003 (Α` 314/31.12.2003) ορίζεται ότι:

 "1. Η προθεσμία της παραγράφου 6 του άρθρου 10 του Νομοθετικού Διατάγματος

3082/1954 που έχει παραταθεί με το Προεδρικό Διάταγμα 384/2002 (ΦΕΚ 332/

30.12.2002 τ.Α) μέχρι την 31 Δεκεμβρίου 2003 παρατείνεται για δύο (2) ακόμη

έτη από τη λήξη της, δηλαδή μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2005".

 

 

*** ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Με το ΠΔ 262/2005,ΦΕΚ Α 317,το οποίο ισχύει

    από 1.1.2006, ορίζεται ότι:

"1. Η προθεσμία της παραγράφου 6 του άρθρου 10 του Νομοθετικού Διατάγματος

3082/1954, που έχει παραταθεί με το Προεδρικό Διάταγμα 343/2003 (Α΄ 314)

μέχρι την 31 Δεκεμβρίου 2005 παρατείνεται για ένα (1) ακόμη έτος από τη λήξη

της, δηλαδή μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2006".

 

*** ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Με το ΠΔ 255/2006,ΦΕΚ Α 281/29.12.2006,

    το οποίο ισχύει από 1 Ιανουαρίου 2007,ορίζεται ότι:

"1. Η προθεσμία της παραγράφου 6 του άρθρου 10 του νομοθετικού διατάγματος

3082/1954, που έχει παραταθεί      με το προεδρικό διάταγμα 262/2005 (Α΄ 317)

μέχρι την 31  Δεκεμβρίου 2006 παρατείνεται για ένα (1) ακόμη έτος από τη λήξη

της, δηλαδή μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2007".      

 

*** ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ:Με το άρθρο 1 ΠΔ 243/2007,ΦΕΚ Α 286/24.12.2007,ορίζεται ότι:

"1. Η προθεσμία της παραγράφου 6 του άρθρου 10 του ν.δ. 3082/1954, που έχει

παραταθεί με το π.δ. 255/2006 (Α` 281) μέχρι την 31 Δεκεμβρίου 2007,

παρατείνεται για ένα (1) ακόμη έτος από τη λήξη της, δηλαδή μέχρι 31

Δεκεμβρίου 2008".

 

        7.  Η  παρά  του   Γραμματέως   Πρωτοδικών   μη   τήρησις   της

 επιβαλλομένης  εχεμυθείας  και  η  καθ` οιονδήποτε τρόπον ανακοίνωσις,

 εκτός της περιπτώσεως της παρ. 5  του  παρόντος  περί  υπάρξεως  ή  μη

 διαθήκης  τινός,  αποτελεί βαρύ πειθαρχικόν παράπτωμα τιμωρούμενον και

 με την ποινήν της οριστικής έτι εκ της υπηρεσίας απολύσεως.

 


 

Αρχή φόρμας

Τέλος φόρμας

 

 

Σχόλια (0)

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Για να σχολιάσετε πρέπει πρώτα να συνδεθείτε.

Online χρήστες

Έχουμε 10 επισκέπτες σε σύνδεση